Η ιστορία του Αστακού
Προϊστορική
εποχή
Η ιστορία του Αστακού
χάνετε στα βάθη των αιώνων. Πήρε το όνομά
του από τον μυθικό Αστακό που κατά το
Μελέτιο ήταν γιος του Ποσειδώνα και της
Ολβίας.
Στην περιοχή του Αστακού
βρέθηκαν και αναγνωρίστηκαν τρεις
προϊστορικές θέσεις της Νεολιθικής
εποχής (6.000-2.600 π.Χ.): α). Σπήλαιο στην ακτή
δυτικά του Αστακού σε απόσταση πορείας
μισής ώρας κοντά στο ναό του Αγίου
Νικολάου πεντακόσια μέτρα πάνω από τη
θάλασσα. Στο σπήλαιο βρέθηκαν κεραμικά,
ανθρώπινα οστά (δύο ακέραια και ένα
συντετριμμένο κρανίο) και μικροαντικείμενα.
Από τα ανθρώπινα οστά βγαίνει το
συμπέρασμα ότι μέσα στο σπήλαιο γίνονταν
ταφές. Παρόμοιες ταφές έχουν βρεθεί και
σε άλλα μέρη της Ελλάδας και της Ευρώπης.
Χρησίμευε ως κατοικία ή ως τόπος λατρείας,
β). Στις Γράβες Αστακού, σε απόσταση
μισής ώρας από τη θάλασσα, βρέθηκαν
όστρακα, και γ). Σε σπήλαιο βορείως των
Γράβων βρέθηκαν κεραμικά. Η έκταση των
νεολιθικών οικισμών στη Στερεά Ελλάδα
δεν ήταν μεγάλη. Οι νεολιθικές θέσεις
του Αστακού πιθανόν να ήταν εγκατάσταση
μιας οικογένειας ή λίγων οικογενειών.
Τους νεκρούς τους οι κάτοικοι της Στερεάς
τους έθαβαν σε μικρούς λάκκους σκαμμένους
σε στερεό έδαφος, χωρίς κτερίσματα σε
συνεσταλμένη στάση. Η ταφή εντός του
Σπηλαίου του Αστακού θυμίζει ανάλογα
ταφικά έθιμα του Ηραίου του Άργους. Στο
σπήλαιο του Αγίου Νικολάου βρέθηκαν
λεπίδες από πυριτόλιθο μήκους 0,24 εκ.,
δύο λίθινες αξίνες και πολλά θραύσματα
πυριτίου.
Τα κομμάτια κεραμικών που
βρέθηκαν είναι ερυθρόχρωμα μετά
επιχρίσματος, μελανά γραπτά. Η κεραμική
του Αστακού ήταν συγγενής με την κεραμική
της Θεσσαλίας, της Πελοποννήσου και της
Ανατολικής Στερεάς, όμως παρουσιάζει
έναν ιδιότυπο χαρακτήρα. Τα μονόχρωμα
και τα γραπτά αγγεία και εντάσσονται
στην πολύχρωμη κεραμική. Χωρίζονται σε
τέσσερις κατηγορίες ανάλογα με το είδος
του εδάφους διακοσμήσεως: λευκά, ερυθρά,
υπόλευκα και σε αυτά που έφεραν λευκά
και υπέρυθρα κοσμήματα. Σε τρεις
περιπτώσεις βρέθηκαν αγγεία που φέρου
σπείρες. Επίσης βρέθηκαν στον Αστακό
μινύεια όστρακα και δικαδωτές λαβές
της Μεσοελλαδικής Περιόδου(2.000/1.800-1.600
π.Χ.). Βορειοδυτικά του Αστακού, κοντά
στις ακτές του Ιονίου, στη χαράδρα
Βερίνα, υπάρχει το σπήλαιο Αρχονταριά
στο οποίο βρέθηκαν λίθινα εργαλεία. Το
σπήλαιο το είχαν ανοίξει λαθρανασκαφείς
πριν από την Αρχαιολογική Υπηρεσία το
και πρέπει να βρήκαν μεγάλο αριθμό
αντικειμένων και ειδώλων. Το σπήλαιο
χρησιμοποιούνταν στην εποχή του πιθανόν
ως λατρευτικός χώρος. Παρόμοια ευρήματα
βρέθηκαν και στην αριστερά πλευρά της
χαράδρας, όπου βρίσκεται η λεγόμενη
Σπηλιά της Ομορφιάς, ενώ υπάρχει και το
σπήλαιο του Κάππου Φιλίππου το οποίο
όμως δεν έχει δεν διερευνηθεί ακόμη. Το
μεγαλύτερο μέρος των οικισμών της
Υστεροελλαδικής Περιόδου (1.600-1.100 π.Χ.)
βρέθηκαν στις νοτιότερες περιοχές της
Στερεάς Ελλάδας και το μισό αυτών στις
περιοχές της Αττικής και της Αιτωλίας
και Ακαρνανίας. Αυτό δείχνει ότι η
οικονομική ακμή της Στερεάς αυτή την
εποχή είχε ως συνέπεια και την αύξηση
του πληθυσμού. Αυτό οφείλεται κατά κύριο
λόγο στην εκμετάλλευση της θάλασσας.
Ιστορική
αναδρομή
Ο Αστακός ήταν σημαντική
πόλη της Ακαρνανίας στα παράλια του
Ιονίου Πελάγους στο τέρμα του ομώνυμου
κόλπου, που την είσοδό του κρύβουν οι
Βόρειες Εχινάδες και είναι γνωστή από
τους προϊστορικούς χρόνους. Τα ερείπια
της αρχαίας πόλεως βρίσκονται βόρεια
του σημερινού Αστακού. Οι πρώτοι κάτοικοί
της περιοχής του Αστακού και της ενδοχώρας
του Ξηρομέρου ήταν Κάρες και Λέλεγες.
Αυτά τα πρωτοελληνικά φύλα αναμείχθηκαν
με τα δωρικά φύλα και δημιούργησαν τους
Ακαρνάνες της κλασικής εποχής. Την εποχή
του Τρωικού πολέμου ο Αστακός ήταν στην
επικράτεια του βασιλιά της Ιθάκης
Οδυσσέα. Στην περιοχή είναι πολλοί οι
μύθοι για τον ομηρικό Οδυσσέα, με πιο
έντονο αυτόν που θέλει την περιοχή του
Δραγαμέστου ως τη μυθική χώρα των
Κυκλώπων, όπου υπάρχει και η σπηλιά
του.
Την εποχή του Πελοποννησιακού
Πολέμου άρχοντας ήταν ο φιλοκορίνθιος
Εύαρχος. Οι Αθηναίοι αποβιβάσθηκαν στην
περιοχή και έδιωξαν τον Εύαρχο, όμως
αργότερα ήρθαν οι Κορίνθιοι και τον
επανέφεραν. Οι Αθηναίοι υπό τον Φορμίωνα
ήρθαν και τον έδιωξαν πάλι, από εκεί οι
Αθηναίοι εισχωρούν στην ενδοχώρα και
διώχνουν όλους τους φιλοκορίνθιους
πολίτες από τα Κόροντα, τους Δηριείς
και τις Φοιτίες Οι Αστακιώτες μέχρι το
τέλος του πολέμου παρέμειναν φίλοι των
Αθηναίων. Στα ανοικτά του Κόλπου του
Αστακού έγιναν πολλές ναυτικές
επιχειρήσεις από τους Αθηναίους, τους
Κορίνθιους και τους Κερκυραίους στη
πρώτη φάση του Πελοποννησιακού πολέμου.
Στη συνέχεια ανήκει στο Κοινό των
Ακαρνάνων και αργότερα τάσσεται μαζί
με όλους τους Ακαρνάνες στο πλευρό του
Μεγάλου Αλεξάνδρου. Αργότερα υποτάχτηκε
στους Ρωμαίους. Στο Μουσείο του Θυρρείου
υπάρχει επιγραφή πιθανώς του 2ου π.Χ.
αιώνος που περιλαμβάνει τους ιεράπολους,
τους συνέστες, τους παίδες και το Μάγιρο
του ναού του Διός Καραού. Ο Καραός Δίας
λατρεύονταν και στη Βοιωτία. Ακόμα στο
ίδιο μουσείο βρίσκονται δύο ακόμα
επιγραφές με τα ονόματα: ΧΑΙΡΕΑ και
ΠΟΛΕΜΩΝΟΣ.
Τη βυζαντινή εποχή η πόλη
ήταν γνωστή με το όνομα Δραγαμέστο, ήταν
όμως χτισμένη πιο βόρεια στην ενδοχώρα.
Μετά το 1204 εντάχτηκε στο Δεσποτάτο της
Ηπείρου, κατόπιν για ένα μικρό διάστημα
στους Αλβανούς και μέχρι την κατάκτησή
τους από τους Τούρκους, στον Κάρολο
Τόκκο (1402). Στο Σκάλωμα Δραγαμέστου
αποβιβάσθηκε ο Βενετικός στόλος του
Μοροζίνι το 1682 και διαμέσου της ενδοχώρας
έφτασε την Πρέβεζα. Επί Ναπολέοντα, για
ένα μικρό διάστημα, ανήκει στην Γαλλική
επικράτεια.
Τα χρόνια της Τουρκοκρατίας
ήταν σημαντικό λιμάνι εξαγωγών. Μετά
την ίδρυση γαλλικού προξενείου αρχικά
στη Σαγιάδα (1702) που αργότερα μεταφέρθηκε
στην Άρτα (1703) η περιοχή της Δυτικής
Ελλάδας έγινε εξαγωγικό κέντρο. Το
Σκάλωμα Δραγαμέστου και το Σκάλωμα της
Κανδήλας ήταν τα λιμάνια της Ακαρνανίας
όπου φορτώνονταν τα εμπορεύματα για
την Ευρώπη. Οι Γάλλοι έδειχναν ενδιαφέρον
για την ξυλεία, αλλά και για άλλα
εμπορεύματα, μέλι, μαλλί, βελανίδι κ.α.
Η ξυλεία υλοτομούνταν στα γύρω δάση και
χρησιμοποιούνταν για την κατασκευή
πολεμικών πλοίων, γιατί ήταν πολύ εύκολη
στην κατεργασία και αρκετά σκληρή.
Οι
τεράστιες βελανιδιές έδιναν μεγάλα
κομμάτια ξύλου που έμπαινε στην καρίνα
των πλοίων και με την οποία μπορούσαν
να εμβολίσουν τα αντίπαλα πλοία. Όπως
αναφέρει ο πρόξενος της Γαλλίας C. Dubroca
το 1705 ήταν καλή χρονιά και η σοδειά πολύ
καλή. Την περιοχή αυτή επισκέφθηκαν
πολλοί ξένοι περιηγητές τον 19ο αιώνα,
όπως οι Heuzey, Puequevill, Bursian, Oberhummer, Noack, Leake
κ.α. οι οποίοι δημοσίευσαν τις εντυπώσεις
τους. Κατά τη διάρκεια της Επανάστασης
ο Αστακός αποτέλεσε σημαντικό λιμάνι
για τον εφοδιασμό των Ελλήνων, στρατόπεδο
και κέντρο προσφύγων. Πολλοί οπλαρχηγοί
έστησαν το στρατόπεδό τους στον Προφήτη
Ηλία Δραγαμέστου. Με την εισβολή του
Ομέρ πασά το 1824 το Δραγαμέστο και όλη η
περιοχή εκκενώθηκαν. Έμειναν πίσω μόνο
οι Χασαπαίοι από το Δραγαμέστο με τους
άντρες τους. Τα γυναικόπαιδα πέρασαν
στα νησάκια στον Κόλπο του Αστακού με
πλοιάρια (γαΐτες) των Ιθακησίων. Ο Ομέρ
έστειλε ιππείς και πεζούς εμπροσθοφυλακή
τους οποίους οι Έλληνες υπό το Β. Χασάπη
τους νίκησαν. Σε λίγο τα πλοιάρια ήταν
έτοιμα και οι άμαχοι έφυγαν.
Στον
Κόλπο του Αστακού έγινε η γνωστή ναυμαχία
του Δραγαμέστου με μεγάλη σημασία για
την έκβαση της Β΄ Πολιορκίας του
Μεσολογγίου, όπου την 6η Νοεμβρίου 1825 ο
ναύαρχος Μιαούλης από την ναυαρχίδα
του Θεμιστοκλής επικεφαλής 2 κορβέτων
και 27 Μπρικιών και γολετών, όλα Υδραίικα,
νίκησε τα 80 Τουρκοαιγυπτιακά πλοία του
Μωχάμετ Άλη πατέρα του Ιμπραήμ πασά.
Ο
σύγχρονος Αστακός
Ο σημερινός
Αστακός δημιουργήθηκε μετά την Επανάσταση
του 1821, στη θέση που ήταν το Σκάλωμα
(λιμάνι) του Δραγαμέστου. Τα πρώτα σπίτια
έγιναν στη συνοικία Λούτσαινα και στον
Άγιο Ανδρέα. Πρώτοι οικιστές ήταν οι
οικογένειες του Τάτση Μαγγίνα, Β. Χασάπη
και Δήμου Τσέλιου από το Δραγαμέστο.
Στη συνέχεια ήρθαν και οικογένειες από
τα χωριά της ενδοχώρας (Βλυζιανά, Αετός,
Αρχοντοχώρι, Μπαμπίνη, κ.α.), αλλά και
κατοίκους των γειτονικών νησιών. Οι
νέοι αυτοί κάτοικοι δημιούργησαν αυτή
την όμορφη κωμόπολη με πολλά νεοκλασικά
κτήρια που διατηρούνται ακόμα και σήμερα
ως απομεινάρια μιας εποχής ακμής. Ο
ζωγράφος Θωμάς Αν. Μαρινάς από τους
Χιονιάδες Ηπείρου αγιογράφησε σε
εκκλησίες του Αστακού. Ο Δήμος Αστακού
το 1846 (ΦΕΚ 5 8-3-1846) είχε δήμαρχο στον
Νικόλαο Τσέλιο και δημαρχιακούς παρέδρους
τους: Γρηγόριο Μαγγίνα, Στράτο Πρόικα
και Σταύρο Χασάπη. Καταγράφεται για
πρώτη φορά ως Δήμος το 1844 με 3.088 κατοίκους
(ο Αστακός είχε 994), το 1852 είχε 2.879 κατ.,
το 1855 είχε 3.234 κατ. Ο Αστακός είχε το 1861
είχε 902 κατ., το 1870 είχε 1.035 κατοίκους, το
1889 1.311 και το 1920 2.539 κατ.. Στην απογραφή
του 1928 είχε 2.552 κατ. Από το 1920 η Μάνινα
Βλυζιανών ή Καλέτζι υπάγονταν στον
Αστακό σαν οικισμός και είχε 129 κατοίκους.
Το 1981 είχε 2.794 κατ. και ο οικισμός Βαλτί
100 κατ. Στον Αστακό υπήρχε Ελληνικό
Σχολείο όπου σπούδαζαν οι νέοι του
Δήμου. Το Σχολείο το σχολικό έτος
1889-1890 είχε 52 μαθητές (18 στη Α΄ τάξη, 16 στη
Β' τάξη και 14 στη Γ' τάξη).Το ίδιο έτος
1889-1890 λειτουργούσαν στον Αστακό σχολεία
αρρένων (69 μαθητές) με δημοδιδάσκαλο
και θηλεών (37 μαθητριες) με δημοδιδασκάλισσα.
Στο δήμο υπήρχαν ακόμα σχολεία με
δημοδιδάσκαλο στο Δραγαμέστο (54 μαθητές)
και στον Πρόδρομο (39 μαθητές).
Γραμματοδιδασκαλία στη Σκουρτού, στα
Βλυζιανά και τη Χρυσοβίτσα.
Καθ' όλη
τη διάρκεια του 19ου αιώνα ο Αστακός
λειτουργεί ως εμπορικό, διοικητικό και
επικοινωνιακό κέντρο κάτι που τον
διαφοροποιεί από τα άλλα αστικά κέντρα
της Αιτωλοακαρνανίας. Συγκεντρώνει το
ενδιαφέρον της ενδοχώρας του Ξηρομέρου
και εμπορικών κέντρων-λιμανιών, τόσο
της Ελλάδος, όσο και της Ευρώπης. Η πόλη
αστικοποιείται πολύ γρήγορα με μεγάλο
ρυθμό ανάπτυξης, κάτι που τη διαφοροποιεί
από την ενδοχώρα, όπου η ανάπτυξη της
γίνεται με αργούς ρυθμούς. Το εμπορικό
και το βιομηχανικό κεφάλαιο αναπτύσσει
στην πόλη διεργασίες που δεν παρατηρούνται
σε καμία άλλη πόλη της περιοχής, γεγονός
που δίνει στην περιοχή μια κοινωνική
ιδιαιτερότητα. Γρήγορα συγκεντρώθηκαν
στον νεόδμητο Αστακό πολλοί έμποροί
από τα μεγάλα χωριά της ενδοχώρας του
Ξηρομέρου και επιδίδονται κυρίως στο
εμπόριο (Μαγγίνας, Μάτζαρης, Γεροθανάσης,
Καρούσος κ.α.). Έτσι έχουμε γρήγορα την
εισαγωγή των καπιταλιστικών όρων
παραγωγής και την προσπάθεια εξόδου
της κοινωνίας από την κλειστή αγροτική
οικονομία. Σημαντική ήταν και η παρουσία
εμπόρων και παραγόντων χρηματιστών από
την πόλη της Πάτρας δια μέσου της οποίας
γίνεται η διασύνδεση του Αστακού με το
κύκλωμα της αγοράς. Οι ντόπιοι κεφαλαιούχοι
μετατρέπονται σε διαμεσολαβητές, κυρίως
του βελανιδιού και της ναυπηγήσιμης
και οικοδομικής ξυλείας. Σημαντική
δράση αναπτύσσουν και έμποροι από άλλα
χωριά που σιγά-σιγά μεταφέρουν τις
δραστηριότητές τους στην πόλη του
Αστακού. Μεγάλος είναι ο αριθμός εμπόρων
και ναυτικών από τα Επτάνησα και τεχνιτών
από την Ήπειρο που συμμετέχουν στο
κοινωνικό-οικονομικό γίγνεσθαι της
πόλης. Τα λιμάνια του Αστακού και του
Αγίου Παντελεήμονα αναπτύσσουν εμπορικές
συνδιαλλαγές με πολλές εμπορικούς
οίκους του εξωτερικού, οποίοι έχουν
εκπροσώπους τους στην περιοχή. Ενώ ο
άξονας Αστακός-Πάτρα-Ιταλία αναπτύσσει
έντονη δραστηριότητα. Η επικοινωνία
της πόλης με την ενδοχώρα φαίνεται να
είναι περιορισμένη, κυρίως λόγου του
διαφορετικού οικονομικού και κοινωνικού
προσανατολισμού της. Μπορεί βέβαια να
αποδοθεί και σε καθαρά γεωγραφικούς
όρους, αφού οι οροσειρές των Ακαρνανικών
δυσχέραιναν την επικοινωνία με το
εσωτερικό. Από νωρίς στον Αστακού
δημιουργήθηκε τελωνείο και τελωνειακό
φυλάκιο στον Άγιο Παντελεήμονα, αλλά
και λιμενικός σταθμός.
Με τη μεγάλη
οικονομική άνθηση άρχισε να χτίζεται
μια όμορφη πόλη από αρχοντικά με ωραίας
διακοσμήσεις, ωραίους κήπους και
αυλόπορτες, εκκλησίες με ωραίες
εικονογραφήσεις και μεγάλα εμπορικά
καταστήματα. Ο Αστακός υπήρξε γενέτειρα
πολλών επιφανών ανδρών σε όλους τους
τομείς της δημόσιας ζωής της σύγχρονης
Ελλάδος. Ο Αστακός έγινε Κοινότητα από
το 1912 μέχρι το 1998, όπου έγινε έδρα του
ομώνυμου Δήμου και περιλαμβάνει τα εξής
Δημοτικά Διαμερίσματα: Καραϊσκάκη,
Βασιλόπουλο, Βλυζιανά, Μαχαιρά Μπαμπίνη,
Σκουρτού, Πρόδρομος, Χρυσοβίτσα,
Αγράμπελο, Στρογγυλοβούνι και Παλαιομάνινα.
Είναι από τους μεγαλύτερους σε έκταση
Δήμους της Αιτωλ/νίας με σπάνιες ομορφιές,
ποικίλα οικοσυστήματα και εναλλαγές
τοπίων, όπως: Λεσίνι, Άγιος Δημήτριος
Λεσινίου, Βελανιδάσος, Ορεινοί όγκοι
με χαμηλή βλάστηση, παραλίες και η
σπάνιου φυσικού κάλλους περιοχή στο
Βαλτί.
Ο Αστακός υπήρξε η γενέτειρα
διαπρεπών ανθρώπων, όπως του ολυμπιονίκη
στρατιωτικού και πολιτικού Π. Καρασεβδά,
του καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών
Κ. Μπόνη, του βουλευτού Β. Μαγγίνα και
πλήθος άλλων. Μέχρι το 1912 ήταν έδρα του
ομώνυμου Δήμου που περιλάμβανε τα χωριά:
Δραγαμέστο, Βασιλόπουλο, Βλυζιανά,
Μαχαιρά, Σκουρτού, Πρόδρομος, Χρυσοβίτσα,
τους οικισμούς Μανωλόπουλο, Στουρνάρι,
Γαλιτσά, Μάνινα Βλυζανών και τις
διαλυμένες μονές Προφήτη Ηλία, Αγίου
Δημητρίου, Ταξιαρχών, Κοιμήσεως
Θεοτόκου.
Ο επιβλητικός ενοριακός
ναός του Αγίου Νικολάου χτίστηκε με
δωρεά του Πρόικα και έχει πολύ ωραίες
τοιχογραφίες αναγεννησιακής τεχνοτροπίας.
Έχει τρεις κόγχες, είναι τρίκλιτος
βασιλικού ρυθμού. Άλλα σημαντικά
χριστιανικά προσκυνήματα είναι το
καθολικό της Μονής του Αγίου Γεωργίου
που είναι χτισμένο δίπλα στη θάλασσα
σε γραφικό ακρωτήρι ανάμεσα στα πεύκα,
τα κυπαρίσσια και τα μύρτα. Μέσα στον
οικισμό υπάρχει ο ναός του Αγίου Ανδρέα
και στην πλαγιά του όρους Βελούτσα το
εξωκλήσι της Αγίας Παρασκευής.
Ο
Αστακός έχει αθλητικούς συλλόγους
ποδοσφαίρου, μπάσκετ, τάικ κβο ντο.
Σκοποβολής, συλλόγους επαγγελματιών,
σύλλογο γυναικών και πολιτιστικό
σύλλογο. Στην Αθήνα οι απόδημοι Αστακιώτες
έχουν ιδρύσει σύλλογο Αστακιωτών Αθήνας.
Παλιότερα εκδίδονταν στον Αστακό από
τον κ. Λάκη Παπαγιάννη η εφημερίδα
«Βελούτσα». Σήμερα ο εκδότης κ.
Δημήτριος Θεοδώρου εκδίδει την μηνιαία
εφημερίδα με τίτλο «η Φωνή του
Αστακού». Στην Αθήνα ο κ. Παναγιώτης
Παπαγιάννης εκδίδει από το 2006 τη μηνιαία
εφημερίδα «ο Κόσμος του Δήμου Αστακού».